επιτίμιο

το (AM ἐπιτίμιον) [επιτιμώ] (συνήθως στον πληθ. επιτίμια) ποινή, τιμωρία, πρόστιμο («τοῑσι δὲ παρακτωμένοισι ξεινικοὺς νόμους τοιαῡτα ἐπιτίμια διδοῡσι», Ηρόδ.)
μσν.- νεοελλ.
τιμωρία σωματική ή χρηματική που επιβάλλει ο ιερέας ως πνευματικός σε αμαρτωλούς χριστιανούς
μσν.) αντίτιμο, πληρωμή, αντάλλαγμα
2. στον πληθ. παθήματα, δυστυχίες
αρχ.
1. αξία ή εκτίμηση ενός πράγματος, δηλ. οι τιμές που γίνονται προς κάποιον
2. (αττ. δίκ.) χρηματική κυρίως ποινή που επιβάλλουν οι δικαστές.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιτίμιο — το епитимья – духовное наказание, упражнение с целью преодолеть греховные привычки …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • επιτίμιο — το ποινή, τιμωρία, και ιδίως αυτή που επιβάλλεται από ιερέα (πνευματικό) σε χριστιανούς που αμάρτησαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιτιμιάζω — ἐπιτιμιάζω (Μ) [επιτίμιο] επιβάλλω επιτίμιο …   Dictionary of Greek

  • κανόνας — (Μαθημ.). Γεωμετρικό όργανο, με το οποίο χαράσσονται ευθύγραμμα τμήματα και παράλληλες μεταξύ τους ευθείες (επειδή ο κ. καταλήγει σε παράλληλα ευθύγραμμα τμήματα). Ο κ., μαζί με τον διαβήτη, είναι τα δύο γεωμετρικά όργανα που οι αρχαίοι Έλληνες… …   Dictionary of Greek

  • ακανόνιστος — η, ο (Α ἀκανόνιστος, ον) [κανονίζω] 1. αυτός που δεν είναι κανονισμένος, ο ατακτοποίητος 2. όποιος δεν έχει κανονικές διαστάσεις, ο ασύμμετρος «ακανόνιστο δωμάτιο» 3. εκείνος που δεν έχει ρυθμιστεί με κοινή συμφωνία «ακανόνιστος μισθός» 4. ο… …   Dictionary of Greek

  • επίτιμος — η, ο (Α ἐπίτιμος, ον) αυτός που απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και προνόμια τού ελεύθερου πολίτη («πάντας ἀνθρώπους ἑκόντες συγγενεῖς κτησώμεθα κἀπιτίμους καὶ πολίτας», Αριστοφ.) νεοελλ. αυτός που έχει τιμητικά κάποιο τίτλο χωρίς να έχει και τα… …   Dictionary of Greek

  • επιτίμιος — ἐπιτίμιος, ον (Α) 1. έντιμος, αξιότιμος, δίκαιος («ἐπιτίμιος πόλις», επιγρ.) 2. αυτός που χρησιμεύει για να τιμηθεί κάποιος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιτίμιον βλ. επιτίμιο …   Dictionary of Greek

  • εφίερος — ἐφίερος, ον (Α) 1. είδος ψωμιού, πλακούντας, πίτα 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐφίερον α) ιερός άρτος β) θρησκευτική ποινή, επιτίμιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἱερός] …   Dictionary of Greek

  • κάνονας — (Μαθημ.). Γεωμετρικό όργανο, με το οποίο χαράσσονται ευθύγραμμα τμήματα και παράλληλες μεταξύ τους ευθείες (επειδή ο κ. καταλήγει σε παράλληλα ευθύγραμμα τμήματα). Ο κ., μαζί με τον διαβήτη, είναι τα δύο γεωμετρικά όργανα που οι αρχαίοι Έλληνες… …   Dictionary of Greek

  • παραβόλιον — τὸ, Α [παράβολον] 1. το παράβολο 2. πληρωμή έναντι λογαριασμού 3. το επιτίμιο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.